Νικος Αλεκος Ασλανογλου

 

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

(1931 – 1996)

(Επίμετρο: Δύο εκτός τόπου και χρόνου αριστουργήματα)

 

 Ποιήματα για ένα καλοκαίρι – Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

——————————-

Ραδιοφωνική εκπομπή με Γιώργο Χρονά, μιλάει για τις Ωδές στον Πρίγκηπα

Πρώτη και μοναδική ραδιοφωνική εκπομπή που δέχετε να παραστεί ο ποιητής. Μιλάει για τη ποιητική του, για τους ποιητές της θεσσαλονίκης, για τα ταξίδια του, για την μετακόμιση του στην Αθήνα  και διαβάζει ποιήματα δικά του (δυστυχώς υπάρχει άσχετη μουσική υπόκρουση από κάτω).

 

«Οι ποιητές είναι πουλιά που πετούν»

Η τελευταία συνέντευξη του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου

——————————

Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει

—————

Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει στις χιονισμένες πλαγιές

κι εσύ οδεύεις ψηλότερα. Τα χέρια σου αγκάλιασαν

το τιμόνι. Τα μάτια σου πάγωσαν λίμνες και δάση

κοιτούν κουρασμένα τις άσπρες κορυφογραμμές

ώσπου ο ουρανός ν’ αστράψει τη νύχτα της Γέννησης

χρωματιστά παιδάκια στη δακρυσμένη σου σκέψη

———————

Κι εμένα με στέλνεις στις λασπωμένες ακτές. Να εξάψω

τις φωλιές της αντίστασης στα χωριά και στα πνεύματα

μιας ηλιόλουστης χειμωνιάτικης μέρας. Μεθυσμένος

από μιαν ολονυχτία σε μισοφώτιστα μπαρ

να ορκιστώ πίστη κι ύστερα να πεθάνω

για σένα

————————

Πρίγκιπα, γύρισα κι είδα τον ήλιο άρρωστο στις πορτοκαλιές

είδα τα νυχτολούλουδα στο παλάτι σου και τις κατάκλειστες γρίλιες

και τ’ άλογα σου συλλογισμένα να βόσκουν στη χλόη.

Γιατί τα κτήματα δόθηκαν για το τίποτα, τα οικόσημα

της αιώνιας βασιλείας σου στο εφήμερο αίσθημα.

Στις μαρμάρινες σκάλες, στα ανάκλιντρα μιας επίχρυσης

δόξας με πήραν τ’ αναφιλητά

το αίμα σου μας δόθηκε, Πρίγκιπα, δε μας ανήκει

————————

Κι αυτό, για να υμνήσω

———————-

Κι αυτό, για να υμνήσω μια σου μπούκλα, Πρίγκηπα

————-

Πάνω στο οδόστρωμα και στις βεράντες των σπιτιών

στις γυάλινες κατασκευές της προκυμαίας, έβλεπα

τη θάλασσα των καστανών μαλλιών να γίνεται ατμός

μέσα σε παραδείσιους κήπους. Όλα για σένα

από μαλακό κερί και τέφρα

—————-

Κι όμως, καθώς βυθίζω μέσα τους τα δάκτυλα, δε φτάνω

πουθενά. Σαν το μικρό παιδί που μεγαλώνει

άξαφνα. Χάνει προνόμια και σκληρά παιχνίδια. Αφήνεται

σε δισκοθήκες και σε μπαρ. Πεθαίνοντας

πάνω σε φύλλα φθινοπωρινά τρέφεται αλόγιστα

με παραισθησιογόνα

—————-

Ανέραστος Σεπτέμβρης

—————-

Ποιος είναι αυτός που περιμένεις πάντοτε σκυφτός

βαδίζοντας ανέμελα στον μελιχρό Σεπτέμβρη

πάντα σε προσπερνούν κι όμως μένει το άρωμα

των χιλιομέτρων μέσα στα φώτα των σταθμών

και οι χλιαρές ανάσες στο μυαλό και η θάλασσα

——————

Δεν θα μπορέσουν πια ποτέ να σε ιδούν

μέσα στα μάτια, καθώς άλλοτε· ούτε παραμερίζοντας

ένα ένα τα κλαδιά της αγροικίας για να ιδείς την πόλη

θα βρεις σημάδια μες στον φθινοπωρινό ουρανό

καθώς ξυπνάς μες την κατάνυξη της παγωμένης γης

της βρώμικης ελπίδας, της χυδαίας μέθης.

Το ξέρουν πια γιατί το πρόσωπο αποστρέφεις

και τους ταΐζεις με ναρκωτικά και στέργεις

να χάσουν την υπόλοιπη ζωή

μα φτάνει

και η μουσική στο αίμα ας πνιγεί γιατί κοχλάζουν

θόρυβοι μιας χειμωνιάτικης ατμόσφαιρας με μηχανές

καπνούς, μια κίνηση αλλιώτικη καθώς θα ταξιδέψεις πάλι

————————

Τίποτα δεν μου ανήκει

—————–

Καθώς πια τίποτα δεν μου ανήκει μέσα στ’ ανάκτορα

ούτε καν το χρυσάφι της οροφής και τα μάρμαρα

και οι κονσόλες παγώσανε και τα μαλλιά σου σέρνονται πίσω

από τα σφιγμένα κρύσταλλα

και οι πλαφονιέρες σταλάζουν την τέφρα του χειμωνιάτικου

ήλιου

καθώς οι λειμώνες δεν βρίσκουνε πια την παλιά τους λαλιά

———————

Βλέπω πως λάθεψα γυρίζοντας έξω από θέρετρα

στο πυκνό δάσος των πολυκατοικιών δίπλα στη θάλασσα

όπου βυθίζομαι για να σ’ αγγίξω μόλις

επειδή σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όλα τα κτίσματα

και αν δεν σε γνώριζα θα ‘ταν όλα εφήμερα

γιατί οι βιτρίνες είναι μια λάσπη, τα εργοστάσια μια θλίψη

και η πόλη

αφήνει να πέσουν οι κάλυκες της πλαστικής μου καρδιάς

πάνω σε φύλλα από δάκρυα

———————

Τίποτα δεν μου ανήκει, καμιά παλινόρθωση

τα μάγουλα σου στο χιονισμένο αυχένα των βουνών

καθώς η ματιά μου βυθίζεται στην άπειρη έκταση

αφήνοντας πια τ’ αυτοκίνητα στα δικά τους τραγούδια

———————

Γιατί η δίψα για το ατόφιο χρυσάφι είναι τα μάτια σου

και η πείνα για καθαρό αλουμίνιο τα χέρια σου

φιλιόμαστε σε σκοτεινές δισκοθήκες και σου εξηγώ

———————-

Κι όταν χαράξει πως τάχα να πάμε αντίθετα

θα γυρίζουμε με ρούχα παλιά στα νεόκτιστα

μια άσπρη κορνίζα, βιβλία και θέρμανση στις γωνίες

———————–

Γι αυτούς

——————

Θα γδέρνουν, Πρίγκηπα. Αυτοί θα γδέρνουν πάντοτε

τα μαλακά μωρά και τριαντάφυλλα στο γαλανό βυθό τους

σε υγρούς στηθόδεσμους σαλεύοντας τα λάβρα χείλη

μαζεύουνε την πεθαμένη γύρη και τους κάλυκες

μιας όψιμης γιορτής. Όλα γι αυτούς.

Για μας το ατέλειωτο πνευματικό σκοτάδι

—————

***

Δ E Λ Φ I N I A

Τα φώτα της Kαστέλλας τρέμουν μέσα στα δάκρυά σου, Πρίγκηπα

Οι λόφοι πεθαίνουν πριν από μας, και τα έλη δε θα στεγνώσουν με σένα

Όλα είναι μοντέρνα και όψιμα προς τη Γλυφάδα, όλα κατάφωτα

Στην ψίχα της νύχτας, σχεδόν ανέλπιδα μπορείς να πεις

 

Kι όμως τα δάκρυα τρέχουνε τώρα ασυγκράτητα

Η σκληράδα στο μοντέρνο γυαλί γίνεται όαση από ατμό και νεύρα

Aπό ανταύγειες μιας διάρκειας που υπάρχει μόνο για σε

Ανάμεσα σε μιαν αγάπη και σ’ ένα παγωμένο γιαπί

 

Θλιμμένος γυρίζω καθώς σουρουπώνει στο Mολύβο

Και στις ακρογιαλιές όπου έσυρες τα μαλλιά σου στις θερμασμένες

πισίνες και στα παλιά αρχοντικά

Και στα τερατουργήματα κάποιας απλοϊκής καρδιάς καθώς βλασταίνει στο

πιο αθώο, στο πιο φιλντισένιο φιλί

 

Γιατί η ανεύθυνη λέξη σου ούτε καν γράφτηκε, μα θα γραφτεί

Άρχοντα. Πέφτει η νύχτα στη θάλασσα κι όλα είναι λίγα.

H ελπίδα μου είσαι, ένα θρύψαλλο λύπης

 

 

 T O  Π Λ A Σ M A

Ποια εξαίσια μουσική ξεχύνεται μες απ’ το σώμα σου

Kαι ποιο γαλήνιο τοπίο σε δέχεται μες στα νερά του

Μαδώντας ένα τριαντάφυλλο το χέρι πέρασε

Δοσμένο στην πιο μυστική ώρα, όταν γυμνώνεσαι ολότελα

Και πέφτεις σαν τον λαχταριστό καρπό στην υγρή χλόη

 

Τι ώρα είναι αυτή που όλη η ζωή σου αθροίζεται

Στον κανονικό χτύπο της καρδιάς, κάτω από το απλωμένο υφάδι

Ανάμεσα στα λυμένα μαλλιά και στον ασημένιο σταυρό του

Κοιμάσαι πάνω στα πεθαμένα φιλιά του, κομμένα στο μάρμαρο

Από το στόμα του προς τη ρευστή καθάρια μνήμη

 

Η ώρα η καλή που τα δάκρυα κυλούν πανικόβλητα

Μπερδεύονται αιχμάλωτα στην ουσία της μοίρας σου

Χαμένος στην υπόθεσή του, σχεδόν ανεμπόδιστος

Για οποιαδήποτε πίστη

 

 

T I Π O T A   Δ E   M O Y  A N H K E I

Καθώς πια τίποτα δε μου ανήκει μέσα στ’ ανάκτορα

Ούτε καν το χρυσάφι της οροφής και τα μάρμαρα

Και οι κονσόλες παγώσανε και τα μαλλιά σου σέρνονται πίσω από τα

σφιγμένα κρύσταλλα

Και οι πλαφονιέρες σταλάζουν την τέφρα του χειμωνιάτικου ήλιου

Καθώς οι λειμώνες δε βρίσκουνε πια την παλιά τους λαλιά

 

Bλέπω πως λάθεψα γυρίζοντας έξω από θέρετρα

Στο πυκνό δάσος των πολυκατοικιών δίπλα στη θάλασσα

Όπου βυθίζομαι για να σ’ αγγίξω μόλις,

Επειδή σ’ αγαπώ περισσότερο απ’ όλα τα κτίσματα

Και αν δε σε γνώριζα θα ’ταν όλα εφήμερα

Γιατί οι βιτρίνες είναι μια λάσπη, τα εργοστάσια μια θλίψη και η πόλη

Aφήνει να πέσουν οι κάλυκες της πλαστικής μου καρδιάς

Πάνω σε φύλλα και δάκρυα

 

Tίποτα δε μου ανήκει, καμιά παλινόρθωση

Tα μάγουλά σου στο χιονισμένο αυχένα των βουνών

Καθώς η ματιά μου βυθίζεται στην άπειρη έκταση

Αφήνοντας πια τ’ αυτοκίνητα στα δικά τους τραγούδια

 

Γιατί η δίψα για το ατόφιο χρυσάφι είναι τα μάτια σου

Και η πέινα για καθαρό αλουμίνιο τα χέρια σου

Φιλιόμαστε σε σκοτεινές δισκοθήκες και σου εξηγώ

 

Kι όταν χαράξει πώς τάχα να πάμε αντίθετα

Θα γυρίζουμε με ρούχα παλιά στα νεόκτιστα

Μια άσπρη κορνίζα, βιβλία και θέμαση στις γωνιές

 

 

Π P O Σ E Y X H

Πρίγκηπα, χρειάζομαι χρήματα, κι άλλα χρήματα

Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει αδίστακτα χρειάζομαι χρήματα

Για να σε κερδίσω δε θα ’φταναν όλα τα τραγούδια της γης

Xρειάζομαι πολλά, πάρα πολλά μπορώ να σου πω

 

Aυτά τ’ ανθοκήπια, κι αυτές οι πισινές, κι αυτά τα υδρόβια

Μες στα δωμάτια που μας προσμένουν χρειάζονται χρήματα

Χρειάζομαι τόσα λεφτά για τσιμέντο και χάλυβα κι όλη τη θάλασσα

Χρειάζομαι φως από πικρό αμμοχάλικα, α, Πρίγκηπα

Κι είμαστε τόσο, μα τόσο φτωχοί

 

Χρειάζομαι χρήματα να γεννηθώ σαν κι εσένα απαράλλαχτος

Το ήρεμο γαλάζιο τοπίο στα μάτια σου χρειάζεται χρήματα

Τα μισάνοιχτα χείλη σου και το άσκεφτο ανάβλυσμα

Η ανώφελη άγνοια χρειάζεται χρήματα

Nα παγιωθεί

 

Άρχοντα, δε νιώθω πια τίποτε για σένα

Το παιχνίδι μας δεν αλλάζει τα καθορισμένα βήματα

Xρειάζομαι χρήματα για να μεταμορφώσω ένα χερσότοπο

Σε πανδαιμόνιο μουσικής

 

 

 

Της Κυριακής: Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

«στα τραμ της χαμένης αφετηρίας«

Tαξιδεύοντας

Tαξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα, εκεί που με καλούν
οι πεθαμένοι ή όσοι άγνωστοι έρχονται από μακριά
μέσ’ απ’ τις φωτισμένες πόλεις και τη θάλασσα
κι όλο βυθίζομαι ελεύθερα στον εύρωστο κορμό του κόσμου

Αναπολώ λιγότερο τη σκόνη στις παλιές μου κάμαρες
την παγωμένη ανταύγεια του απογεύματος στ’ άδεια δωμάτια

Στην ενδοχώρα

Όσο κι αν προχωρώ στην ενδοχώρα
τίποτα δε μου σβήνει από τα μάτια
τον αιώνιο χωρισμό. Μες σε βαθιές κοιλάδες, λασπωμένες
απ’ τη βροχή, έρχεται το ψιθύρισμα του ήλιου με τη θάλασσα
παραπατώντας σ’ ένα σμίξιμο σφιχτό, ιδανικό

Πόσο γυαλίζουν μες στη στάχτη τους, έλεγε, πόσο
βαθαίνουν την καρδιά, ακρωτηριάζοντας
δάχτυλα και νευρώσεις, σκάβουνε
βαθιά μέσα στη γη για ναρκοπέδια

Μα εγώ καθώς προχώρησα στην ενδοχώρα, είδα
στην πυρκαγιά της θύμησης τη στάχτη μες στα φώτα

Στ’ ακρογιάλια

Γυρνάς ξανά στα μέρη που σε άλλαξαν

Φτωχά τα καφενεία δε σε ξεδιψούν
τώρα που μόνος σου συναίνεσες στη συμφορά
και η θάλασσα λαμποκοπά και τα χωριά ερήμωσαν

Πού να τον ψάχνεις στ’ ακρογιάλια ή στο βυθό
πού νά ’βρεις το ξανθό του το κουφάρι

Στα μάτια του ζώου

Στα μάτια του ζώου βλέπω καλύτερα την έκταση
όπου σε αντάμωσα γυρνώντας μόνος και άρρωστος
πίσω, στ’ αχνάρια της χαμένης σου ηλικίας

Και η πόλη δε σε λογαριάζει πια καθώς αρδεύεις
τις βιομηχανικές ζώνες της δυτικής ακτής
ψάχνοντας στα καφενεία λίγο οξυγόνο
γι’ αυτή την ποίηση που αργοπεθαίνει μέσα μου
πίσω, στα τραμ της χαμένης αφετηρίας

*(από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)

Από την ποιητική συλλογή «ΩΔEΣ ΣTON ΠPIΓKHΠA»

(1981), εκδ. Ύψιλον

 

 

 

VI.

Από την ενότητα «ΠOIHMATA THΣ TEΛEYTAIAΣ ANOIΞHΣ»

(1969-1971), στο βιβλίο Ο Δύσκολος Θάνατος, εκδ. Νεφέλη

 

Α Ν Α Ι Σ Θ Η Τ Ι Κ Η  Α Γ Ω Γ Η

Εκεί, ασάλευτοι μέσα στο φως της προκυμαίας

Μόνοι, κοιτώντας προς τη θάλασσα κτίρια γυμνά

Αμέτοχοι στο πλήθος που έρχεται βομβίζοντας

Αδιάφοροι στα ελπιδοφόρα σήματα, όχι αρεστοί

 

Αιφνίδια ανάρρωση, ήχοι ανεπαίσθητοι, διαφάνεια

 

Τ Ο  Π Ο Ι Η Μ Α

Η σπατάλη μιας άσκοπης μέρας στα υψώματα

Η περιπλάνηση χωρίς συντρόφους μέσα στα σύδεντρα

Ο κόλπος, ο ήλιος ανάμεσα, όλο αφροσύνη.

Τα χρόνια με σπρώχνουν αθέλητα πάνω στη θάλασσα

Βλέπω τον ουρανό ξεκάθαρο χωρίς προπετάσματα

Τις παιδουπόλεις απάτητες, χωρίς πεζοδρόμια τη γη

 

Τι  ελευθερία καθώς η φωνή μου ραντίζει

 

Κ Α Ρ Π Α Θ Ι Α  Ο Ρ Η

Τι γίνεται όταν με τα χρόνια σε νεκρώνουν όλοι

Των άλλων τα λακτίσματα, τάχα μια λάμψη μες στο νου

Κι ένας λυγμός στ’ άδεια δωμάτια σε αποπαίρνει

 

Χιόνι λεπτό, φαρμακεροί εναγκαλισμοί

Προς τις εξόδους των μεγάλων δρόμων έρπεις

Παγώνεις με την άνοιξη, το φως της σε ταλαιπωρεί

Κι η πόλη σού είναι ξένη

 

Με ρίζες, σκέψη και καρδιά παλιά

Ανήκοντας σ’ όλη τη γη, φτωχός κι αδέσποτος

Στα παγωμένα δάση του ουρανού πεθαίνεις

 

Π Ο Σ Ο  Σ’  Α Γ Α Π Η Σ Α  Υ Γ Ρ Η  Μ Ο Υ Σ Ι Κ Η

Πόσο σ’ αγάπησα, υγρή μουσική σ’ αίθουσες χορού ατημέλητες

Πίδακες χαμηλοί και μουσκεμένοι κήποι

Λιθόστρωτο με βομβητή νερού, υπόγειοι χείμαρροι

Θάλασσα γλιστερή μέσα στη βραδινή ομίχλη

Ποιητή σε αφίσα, φύλλα από βροχή

 

Πόσο σ’ αγάπησα σκόρπισμα μιας ζωής βαθύ, ατέλειωτο

 

 

 

VII.

Από την ενότητα «APΓO ΠETPEΛAIO»

(1972-1974), στο βιβλίο Ο Δύσκολος Θάνατος, εκδ. Νεφέλη

 

 

E I Σ A I  H  K I N H Σ H

Eίσαι η κίνηση

Το στάσιμο νερό της ρίζας μου μόλις συσπάται

Είσαι η διάφανη σκέψη μου, η εικόνα μου

Η ουσία της νύχτας, το δάκρυ του μεσημεριού

Είσαι ο Bαγγέλης

 

T A Ξ I Δ E Y O N T A Σ

Tαξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα, εκεί που με καλούν

Οι πεθαμένοι ή όσοι άγνωστοι έρχονται από μακριά

Μέσ’ απ’ τις φωτισμένες πόλεις και τη θάλασσα

Κι όλο βυθίζομαι ελεύθερα στον εύρωστο κορμό του κόσμου

 

Aναπολώ λιγότερο τη σκόνη στις παλιές μου κάμαρες

Την παγωμένη ανταύγεια του απογεύματος στ’ άδεια δωμάτια

 

 

Σ T A  M A T I A  T O Y  Z Ω O Y

Στα μάτια του ζώου βλέπω καλύτερα την έκταση

Όπου σε αντάμωσα γυρνώντας μόνος και άρρωστος

Πίσω, στ’ αχνάρια της χαμένης σου ηλικίας

 

Kαι η πόλη δε σε λογαριάζει πια καθώς αρδεύεις

Τις βιομηχανικές ζώνες της δυτικής ακτής

Ψάχνοντας στα καφενεία λίγο οξυγόνο

Γι’ αυτή την ποίηση που αργοπεθαίνει μέσα μου

Πίσω, στα τραμ της χαμένης αφετηρίας

 

ΓENΝΗΣΗ: Θεσσαλονίκη 1931
ΘΑΝΑΤΟΣ: Αθήνα 1996

 

 

Διαθέσιμα Έργα

 

 

 

1. Αεροδρόμιο Μίκρας
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
2. Αισθηματικό τραγούδι
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
3. Αναισθητική αγωγή
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
4. Αποχαιρετισμός
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
5. Γήπεδο στο Κιέρι
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
6. Δελφίνια
  (από το Ωδές στον Πρίγκηπα, Ύψιλον 1991)
7. Εκκοκκιστήρια Β´
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
8. Ερείπια της Παλμύρας
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
9. Ερείπιο απ’ τα ναρκωτικά
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
10. Η ποίηση δε μας αλλάζει
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
11. Ιούδας
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
12. Κέρκυρα
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
13. Κι αν μου ρημάξατε το γήπεδο
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
14. Μαλαματένια βροχή
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
15. Ο θάνατος του Μύρωνα
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
16. Ο χωρισμός
  (από το Ωδές στον Πρίγκηπα, Ύψιλον 1991)
17. Όχι γι’ αυτόν
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
18. Πόσο σ’ αγάπησα υγρή μουσική
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
19. Πρατήριο βενζίνης
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
20. Στ’ ακρογιάλια
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
21. Στα μάτια του ζώου
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
22. Στην ενδοχώρα
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
23. Tα μάτια σου
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
24. Tαξιδεύοντας
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
25. Το ποίημα
  (από το Ο Δύσκολος Θάνατος, Νεφέλη 1985)
 

 

 
 
 
 
Επικοινωνία Δικαιώματα Συντελεστές Περιεχόμενα Σύνθετη Αναζήτηση English page
 

 

ΜΝΗΜΗ ΝΙΚΟΥ-ΑΛΕΞΗ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ Μια αισθητική της απομόνωσης. (ή, αλλιώς: Προανάκριση για έναν σκοτωμένο κόσμο)

28 ΜΑΪΟΥ 2017 BY LEXEISKAIPRAGMATA

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε
ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου
η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας,
όχι μια μουσική που λύνεται
μα
πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας
αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν
δεν τα παίξουμε όλα για όλα.

Ars Poetica –  Ο Θάνατος του Μύρωνα, 1960

Ήταν 6 Αυγούστου του 1996 –κανείς δε θα μάθει ποτέ την ακριβή ώρα του ‘‘θανάτου’’ κάποιου που εξύμνησε τον θάνατο όσο λίγοι… Τρεις μέρες μετά, ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, ένας από τους πιο αδικημένους ποιητές της ελληνικής γλώσσας βρέθηκε νεκρός στο κρεβάτι του, σε ‘‘αρχόμενη αποσύνθεση’’ [2]. Αδικημένος όχι επειδή πέθανε μόνος και ξεχασμένος. Κυρίως επειδή σχεδόν ποτέ δεν συγκαταλέγεται στους ‘‘κορυφαίους’’, σε αυτό το ιδιόρρυθμο νήμα, σε αυτήν την τεχνικοποιημένη ιεραρχία ή στο index που διατηρεί ο καθένας στο νου του. Εκτιμώ πως αυτό συμβαίνει με έναν παράδοξο τρόπο σχεδόν κατ’ επιλογήν του. Αυτή ακριβώς η στάση του επιτείνει την έξη μου να τον κατατάσσω στους τέσσερις-πέντε μεγαλύτερους που συνέθεσαν ποτέ (τουλάχιστον από αυτούς που έχω ‘‘συναντήσει’’). Ο Ασλάνογλου υπήρξε σαφέστατα και με όλους τους τρόπους αποστασιοποιημένος, ολιγαρκής, σχεδόν λαθρόβιος. Υπήρξε κάποιος που πέρασε από τον Ντοστογιέφσκι, την αστική τάξη, τη γαλλική κουλτούρα, τα πανεπιστήμια και τελικά επέλεξε αυστηρά τη μοναχική τέχνη του λόγου. Η αποστασιοποίηση του –ποιητικά [3]  αλλά και ως στάση ζωής- δίνει την εντύπωση μιας μεγαλειώδους ιδιοσυγκρασίας και αξιοπρέπειας.

Ισχυρίζομαι ότι το ποιητικό σύμπαν του Ασλάνογλου συγκροτεί μια αισθητική της απομόνωσης. Πέραν της αποδεδειγμένης απομόνωσης ως επιλογή ζωής του εν λόγω ποιητή-  θα επιχειρήσουμε μια διερεύνηση ορισμένων διακείμενων αυτού του ισχυρισμού που φλερτάρουν με μια φιλοσοφική θεώρηση.

Το κυρίαρχο στην ποίηση του Ασλάνογλου είναι η εικόνα. Η εικόνα ασφαλώς ως παράσταση αποτελεί μορφή γνώσης. Ο ίδιος την ονομάζει τοπολατρία και τα ποιήματα του ποιήματα απουσίας, ενώ κάποια στιγμή επικαλείται και την απουσία του ερωτικού! Το αντικείμενο του έρωτος στον Ασλάνογλου παραμένει νεφελώδες, υπαινικτικό, ανεκπλήρωτο. Όταν το ανεκπλήρωτο παραμένει στην κατάσταση της επιθυμίας είναι βασανιστικό. Υπ’ αυτή την έννοια, ο ποιητής ανασυστήνει το ερωτικό μέσα από το φαντασιακό της απομόνωσης. Ο ίδιος σφύζει ενδεχομένως από την ανεκπλήρωτη ερωτική επιθυμία αλλά έχει συμβιβαστεί με την απουσία του και τον συνεπαγόμενο πόνο[4]. Το θαυμαστό στην περίπτωση αυτού του μυστηριώδους Θεσσαλονικιού είναι πως κατορθώνει σε πολλές περιπτώσεις να εικονοποιεί ή ακόμα και να τοπολατρεί, για να χρησιμοποιήσουμε τη δική του έκφραση, το συναίσθημα αβίαστα μέσω των λέξεων. Με τον ίδιο τρόπο που αναδεικνύει τον έρωτα και το πάθος ενώ ισχυρίζεται την απουσία τους. Άλλωστε και ο ίδιος αποτέλεσε κατά έναν τρόπο μια απουσία, μια προσπάθεια να εικονοποιηθεί αυτή η απουσία μέσα από τον Άλλο. Η εικόνα, λοιπόν, περίπου ως ερωτική έξη [5]. Ομολογώ πως πολλές φορές έχω αισθανθεί πως είδα μέσα από τα μάτια του την Περαία, την Επανομή ή το αεροδρόμιο Μίκρας…

Απόγνωση, μνήμη, πάθος, υπαινιγμός, στέρηση, ματαιότητα, αμετάδοτο, περιπλάνηση, προσμονή, θάνατος. Λέξεις-κλειδιά για πόρτες μονίμως σκουριασμένες. Οι στιγμές του Ασλάνογλου είναι ανεπανάληπτες. Διατηρώ την εντύπωση ότι το βιωματικό της γραφής του υπερέχει ενός ενδιαφέροντος για τον καθεαυτό βίο του, τις πραγματολογικές λεπτομέρειες και πληροφορίες. Αυτό το άχρονο της εκφραστικότητας του ορίζει τελικά την τέχνη του ως ιδιαίτερη και ελκυστική. Το κρυπτικό και ομιχλώδες της γραφής. Η ασφυξία και το εφήμερο.

Ο Ασλάνογλου έχει αντιληφθεί ότι ο πόνος είναι συστατικό στοιχείο της ζωής. Διαπίστωση που ο ίδιος αναγνωρίζει σε έναν άλλο ποιητή από τον οποίο σαφώς επηρεάστηκε, τον Γιώργο Θέμελη [6]. Είναι ίσως το μοναδικό σημείο όπου ο ποιητής προχωρά σε μια –ασυνείδητη- γενίκευση- ενώ το ίδιον του είναι η αφαίρεση. Η αφαιρετικότητα του φτάνει σε τέτοιο σημείο ώστε ο ίδιος να θεωρεί την ποίηση του συχνά αυτιστική, υπό την έννοια του μπερδέματος του πρώτου προσώπου με το δεύτερο [7]. Εδώ θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε σε μια εκτενή αναφορά διαφόρων ψυχαναλυτικών προσεγγίσεων, θα προτιμήσουμε όμως την επισήμανση μιας παραλληλίας με την οξυδερκή παρατήρηση των Ντελέζ-Γκουαταρί στο Τι είναι Φιλοσοφία [8]. Απέναντι στο ερώτημα σε τι ακριβώς έγκειται η θέση του άλλου, η εναρκτήρια θέση των δύο φιλοσόφων αναφέρει πως ο άλλος δεν είναι κανένας, ούτε υποκείμενο, ούτε αντικείμενο. Ο Ασλάνογλου κείται και συνάμα υπερίπταται των ποιημάτων του με αυτόν ακριβώς τον τρόπο: Σαν να ο ίδιος να μην είναι ούτε το υποκείμενο ούτε το αντικείμενό τους –παρά μόνο μια βασανιστική εμπλοκή μεταξύ των δύο. Από την άποψη αυτή, συγκροτείται μια μη συνεκτική αλυσίδα: ο κόσμος, στον οποίο ο ίδιος εγκαταβιεί όντας πλήρως αποξενωμένος από αυτόν, οι εικόνες και η αυθόρμητη προσπάθεια του ίδιου να τις περιγράψει. Ουσιαστικά συναντά μια διάθλαση των εικόνων καταλήγοντας σε έναν θρήνο τους. Μια διαδικασία σισύφεια, αλλά με τόσο γοητευτικά αποτελέσματα. Η απάντησή του σε αυτόν τον δύσκολο κόσμο είναι η εκλέπτυνση και ο, καλώς εννοούμενος, ελιτισμός.

Σε τεχνικό επίπεδο, η μη επιτηδευμένη άνεση με την οποία κινείται μεταξύ συμβολισμού και ρεαλισμού είναι εντυπωσιακή. Η αφήγηση του δεν είναι γραμμική, αλλά, όπως προαναφέραμε, σαφώς αφαιρετική κι ενίοτε κινείται στα όρια της εκμηδενιστικής –λέξη που χρησιμοποιεί συχνά κι ο ίδιος. Σπανίως συναντάμε μια τέτοια συνάρτηση λιτότητας της γραφής και πυκνότητας στα νοήματα και στις εικόνες. Η νοσταλγία και η μνήμη περιπλέκονται: η νοσταλγία δεν είναι απαραίτητα θετικά φορτισμένη και η μνήμη αρνητική. Η μνήμη είναι πάνω απ’ όλα εύθραυστη και ποιητική – ποιητική εδώ με την τυπική σημασία της λέξης, αναδομητική.

Στην ποίηση του είναι σχεδόν πάντα φθινόπωρο: ακόμα και στις ενότητες Ποιήματα για ένακαλοκαίρι και Ποιήματα της τελευταίας Άνοιξης [9]. Δεν πρόκειται προφανώς για άσκηση ύφους, αλλά για μια ασυνείδητη διεργασία αυτογνωσίας του ίδιου του Ασλάνογλου. Η λυρικότητα είναι φύση του: η ποιητική του παραγωγή είναι μια σειρά συνεχόμενων πυροβολισμών υπαρξιακού περιεχομένου. Οι δρόμοι είναι μοναχικοί, μουσκεμένοι και αδιέξοδοι, τα σπίτια βουβά και σκονισμένα. Το αστικό τοπίο είναι εκφυλισμένο και βαρετό, και όμως παρ’ όλα αυτά γίνεται η αφορμή για μια ποίηση σαγηνευτική [10].

Η φόρτιση των λέξεων στον Ασλάνογλου συμβιώνει με τις εικόνες, όπως ακριβώς συμβιώνει η φθορά με το ερωτικό. Αυτή είναι ακριβώς κατ’ εμέ και η αιτία των –λεγόμενων- συνεχών διορθώσεων και αντιμεταθέσεων που επέφερε στα ποιήματα του ως την τελική τους μορφή: μια μάχη, μια ρευστότητα και μια συνεχής διερώτηση. Σε αυτή τη διαδικασία, κάθε απώλεια είναι ένα βήμα πιο κοντά στην απομόνωση… Μια ελάσσονα εξιλέωση συνιστά το υγρό στοιχείο: οι συχνές – σχεδόν ανεπαίσθητες- αναφορές στη θάλασσα και στα πάρεργά της εμφανίζονται σαν το θετικό Άλλο. Ενδεχομένως να αποτελεί το μόνο μη θνησιγενές στοιχείο στην ποίηση του.

Ο αρνητισμός και η απομόνωση αποτελούν τους συμμάχους του σε πολλές περιπτώσεις, σε ρόλο παρεμφερή με την πίκρα, το αντίξοο και την απελπισία. Θα τη χαρακτήριζα συνολικά ως μια κατάσταση αδιέξοδης προσμονής. Η συρρίκνωση αυτής της προσμονής είναι το αντίστροφο μιας φυγής που δεν συντελείται ποτέ. Ο αναχωρητισμός του, μια έκπτωση: την ίδια μοίρα – της έκπτωσης, της εξαφάνισης, του θανάτου ή του φανταστικού ακολουθούν και τα περισσότερα πρόσωπα, υπαρκτά ή μη, που εμφανίζονται στα ποιήματά του.

‘‘Ευτυχώς απέτυχα’’. Στο βίντεο που υπάρχει ανηρτημένο στο διαδίκτυο

(http://www.nnet.gr/aslanoglou/aslanoglouindex.htm?aslanoglouPages/aslanogloumain.htm)

ο Ασλάνογλου αναφέρει:

«Βλέποντας έναν ετερόκλιτο κόσμο, θα τον ήθελες τελείως ομοιόμορφο. Μόνο εσύ αισθάνεσαι αλλιώτικος, μοναδικός. Διακρίνεσαι, διαπρέπεις, θριαμβεύεις – μόνος σου…». Η απομόνωση είναι επιλογή. Το ομολογεί κι ο ίδιος: «Οι ποιητές παντού είναι ανεπιθύμητοι γιατί είναι ριζοσπάστες, αρνητές, υπενθυμίζουν την πλήξη που φέρουν όλοι όσοι έχουν αφεθεί στην καθημερινότητα…[11]»

Ο Ασλάνογλου επιτυγχάνει τις μεταβάσεις από το σολιψισμό στο μεγαλείο του καθολικού με έναν τρόπο συναρπαστικό. Το ποίημα που παρέθεσα στην αρχή είναι χαρακτηριστικό δείγμα πολιτικών συνδηλώσεων [12] μέσω μιας αισθητικής της δημιουργίας –αλλά και της απομόνωσης εφόσον πάντα εκκινεί από αυτήν. Η σύγκρουση εξωτερικού και εσωτερικού κόσμου (του όλου με τη μονάδα θα το σχηματοποιούσα φιλοσοφικά) είναι κατά τον ίδιο η γενεσιουργός αιτία της ποίησης, με μέσο τον ιδιαίτερο ψυχισμό του υποκειμένου – εν προκειμένω του ποιητή. Ο Δύσκολος Θάνατος αποτελεί μια εξαιρετική αμφί-μετωνυμία: Κατορθώνει μέσω ενός εκφραστικού σχήματος να αναδείξει τη ‘‘δυσκολία’’ του θανάτου και της ζωής ως σφιχτά εναγκαλισμένων καταστάσεων. Οι περιδιαβάσεις του στον κόσμο, από τα εγγύτερα της Θεσσαλονίκης μέχρι τις αρχαίες συριακές πόλεις δεν είναι παρά απατηλές έξοδοι και στο βάθος επιβεβαιώσεις της μοναξιάς του. Ο Ασλάνογλου  μέσω της ιδιαίτερης απομόνωσης του, καταλήγει στη συγκρότησή μιας αισθητικής της απομόνωσης, μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας εικονοποιήσεων της. Πρόκειται για τη συγκρότηση μιας αισθητικής της απομόνωσης –αρκετά κοντά στις νιτσεϊκές ιδέες- καθώς ο ίδιος έχει ήδη βιώσει τη συντριβή του ερωτικού [13], ίσως και του ανθρωπολογικού. Μοιάζει να προσπαθεί να συλλάβει τις παρηχήσεις του αφανισμού του. Η υποτονικοτητά του κλυδωνίζει τις βεβαιότητες, τις κοινοτυπίες. Αυτή η αισθητική της απομόνωσης συγκεφαλαιώνει την αμηχανία του απέναντι στον κόσμο, τα συμβάντα, τις εικόνες. Η γραφή και τα κίνητρά του  εξακολουθούν να εγείρουν ένα παλιό ερώτημα: υπήρξαν πολλοί ποιητές, φιλόσοφοι ή εικαστικοί που δεν φανερώθηκαν ποτέ; Και αν, πόσοι, σε ποιες εποχές και κυρίως τι είχαν να μας πουν;

Ο Ασλάνογλου, όπως κι ο Αναγνωστάκης, ήταν από τους λίγους ποιητές της Θεσσαλονίκης που τελικά την εγκατέλειψαν [14]. Αυτή η πόλη σε διώχνει ακριβώς επειδή ξέρει πως πάντα θα επιστρέφεις… Η οριστική, συγκεντρωτική του έκδοση – Ο Δύσκολος Θάνατος (Νεφέλη, 2007),  περιλαμβάνει τις επτά ποιητικές του ενότητες (λείπουν μόνο 23 ποιήματα από τις πρώτες εκδόσεις) και αποτελεί κάτι παραπάνω από έναν ακόμη τόμο στη βιβλιοθήκη μας. Είναι μια εμπράγματη υπόμνηση όλων αυτών που ήθελε να μας πει… Ο Γιώργος Βαϊκάλης έχει αντιληφθεί πλήρως το πνεύμα του: «Ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου έφυγε όπως έζησε, μες την απομόνωση και τη μοναξιά. Τον βρήκαν νεκρό στο κρεβάτι του, σε κατάσταση αποσύνθεσης: ο θάνατός του ήταν -δίχως άλλο- υπόθεση του ενός»…

Υστεροφημία

Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ
θα
τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.
Μια
μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη
θα
διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.
Τέλος,
καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν
ή
θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια κι είπες πάλι
ίσως
ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει

 

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Βακχικόν, τ. 12, Δεκέμβριος 2010

[1]      Προανάκριση για έναν σκοτωμένο κόσμο: χαρακτηρισμός που απέδωσε η Άντεια Φραντζή στο έργο του ποιητή και ο ίδιος τον αποδέχτηκε ως τον ωραιότερο που έγινε ποτέ.

[2]       Ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός της Καθημερινής θα μπορούσε να αποτελέσει ένα εξαίσιο σχόλιο και για το έργο του.

[3]        «Η ποίηση αυτή πρέπει […] σιγά σιγά να αποστασιοποιείται και να παγώνει σ’ ένα σοφά λεπτουργημένο σώμα αισθητικά, υποτίθεται, τέλειο κι όμως ζωντανό, που ν’ αντιστέκεται στην ίδια την εξαέρωσή του», ο ίδιος στο Μ. Περάνθη ςΑνθολογία τηςΝεοελληνικής Ποιήσεως, χ.χ. τ. 6, σελ. 173), πηγή Δη. Τσάκωνα Η Σχολή Θεσσαλονίκης (Liquid Letter, 1990).

[4]        Από μια ψυχαναλυτική σκοπιά θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε πως και αυτό συνιστά μια επιλογή, κατ’ ουσίαν μια άλλη μορφή ηδονής. Εν προκειμένω, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τη οδύνη των αισθήσεων που αποτελεί την προεικόνιση του θανάτου. Σε αυτή την περίπτωση οι αισθήσεις δύνανται πολύ εύκολα να θεωρηθούν παραισθήσεις.

[5]      «Υπάρχουν διαφορετικές διαβαθμίσεις του έρωτα: από το πάθος που οδηγεί στον παραλογισμό ως τον απόλυτα φιλήσυχο έρωτα – είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας. Για αυτό, ας μη μιλάμε ψυχρά, σαν να είμαστε Καρτέσιοι». Στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο, περ. Τέταρτο, τ. 4.

[6]       «Στον κόσμο του Θέμελη, το αίσθημα του πόνου είναι μέσα στα πράγματα», Θάνατοςκαι γέννηση στην ποίηση του Θέμελη, (Διαγώνιος, 1959), σελ. 8.

[7]        Η έκφραση ‘‘Γιατί ΕΓΩ είναι ένας άλλος’’ επαναλαμβάνεται από τον Ασλάνογλου στον πρόλογο της πρώτης του έκδοσης της μετάφρασης στα ποιήματα του Ρεμπώ (Πανδώρα, 1971).

[8]       Καλέντης, 2004, σελ. 24.

[9]       Χαρακτηριστικό δείγμα: «πάντοτε δυσπιστούσα για την άνοιξη» (στο Επικίνδυνηηλικία). Ο ίδιος σε συνέντευξή του αναφέρει: «όταν έχω μακριά καλοκαίρια, σκέφτομαι το τέλος τους που είναι και το πιο σπαρακτικό. Το καλοκαίρι είναι μια εποχή διαψεύσεων […] Ύμνησα το Φθινόπωρο μέσα από το σπαραγμό των πάντων», Περ. Τέταρτο, ο.π. , σελ. 77.

[10]       Ο ίδιος ο ποιητής, σε ραδιοφωνική του συνέντευξη στο Γιώργο Χρονά το 1981 αναφέρει: «[…] Στο Δύσκολο Θάνατο είναι το αρνητικό τοπίο μιας νεκρούπολης όπου υπάρχει μόνο η ομορφιά και τίποτα άλλο σαν  επιβίωση ενός κόσμου ανάπηρου και παραμορφωμένου, ενώ στις Ωδές στον Πρίγκηπα δεν υπάρχει πια αυτή η ερήμωση. Υπάρχει μια ερήμωση αλλά άλλης φύσεως». Ισχυρίζομαι πως πρόκειται για την ίδια υπαρξιακή διερώτηση, παρά τον ισχυρισμό περί του αντιθέτου από τον ίδιο.

[11]       Οι ποιητές είναι πουλιά που πετούν – η τελευταία συνέντευξη, Βήμα της Κυριακής, 13-10-1996.

[12]       Συνδηλώσεις που, έστω με αρνητικό, τρόπο επιβεβαιώνει και ο ίδιος εμμέσως, βλ. συνέντευξη στο Τέταρτο, ο.π.

[13]        Ο Γιώργος Μπαλούρδος στο εξαιρετικό του κείμενο »Το Μαρτύριο της Απουσίας και η μαρτυρία του Λόγου» (Οδός Πανός, ν. 90-92, 1997) αναφέρει πως «Ενώ ο Χριστιανόπουλος καταγράφει τα ερωτικά πάθη, ο Ασλάνογλου την αίσθηση του έρωτα. Ο ένας το μαρτύριο του κορμιού, ο άλλος την απουσία του» (σελ. 87). Το εκπληκτικό είναι πως παρά το ορθόν αυτής της προσέγγισης, είναι αδύνατον να προσάψει κανείς στον Ασλάνογλου μεταφυσικές διακείμενες.

[14]      Μια άλλη ιδιαιτερότητά του σε σχέση με τη φερώνυμη λογοτεχνική σχολή της Θεσσαλονίκης στην οποία ανήκει είναι πως δε μπορεί αν ενταχθεί ούτε στη λεγόμενη ‘‘πολιτική’’ ποίηση (Αναγνωστάκης), ή σε αυτή με τις θρησκευτικές ανησυχίες (Πεντζίκης και εν μέρει Ιωάννου) αλλά ούτε στην αμιγώς ερωτική ως άμεση έκφραση πάθους (Χριστιανόπουλος).

 

Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου «Ο κάθε μου στίχος κρύβει πολύ μόχθο»

21.3.2014 |

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟ

 

Φωτό: Βαγγέλης Ρασσιάς

 

Μια και ξεκινάμε χωρίς εκπλήξεις, πέστε μου κατά πόσο ο καλλιτέχνης πρέπει να συμμετέχει στις πολιτικές διαδικασίες της εποχής του. Εξαρτάται σε ποιους αγώνες εγκαλείται: πνευματικούς, πολιτικούς, εθνικοαπελευθερωτικοΰς ή κομματικούς; Διαλέξτε. Όποιον αγώνα και να διαλέξω, ο ποιητής μένει μάλλον ανεπηρέαστος στον ποιητικό αγώνα του να δημιουργήσει ένα έργο που στο τέλος θα τον ξεπεράσει και θα τον κάνει αθάνατο. Πολλές φορές οι κοινωνικοί αγώνες όχι μόνο δεν τον βοηθούν, αλλά κυριολεκτικά τον θάβουν. Τον φθείρουν σε πράγματα που δεν έχουν άμεση σχέση με το έργο του. Όταν όμως το έργο του δεν τρέφεται από το αλάτι της κοινωνικής εμπειρίας, απογειώνεται σ’ ένα ιδιωτικό, εγωιστικό σύμπαν. Και γιατί το αλάτι της κοινωνικής εμπειρίας να είναι μόνο οι κοινωνικοί αγώνες. Η περιπέτεια της ζωής υπάρχει σε κάθε ποιητή καλό, κι ας μην υποδηλώνεται εμφανώς. Άλλωστε, δέστε, οι καλύτεροι μας ποιητές δεν έχουν τραφεί με κοινωνικούς αγώνες. Εγώ μιλώ για το δυναμικό, το ποικίλο της προσφοράς του ποιητή. Αρκεί να γράφει στίχους όταν γύρω του όλα διακινδυνεύουν; Κατά τη γνώμη μου, μόνον οι στίχοι δεν φτάνουν. Πρώτα απ’ όλα, γιατί αυτοί που επηρεάζονται από τα βιβλία είναι ελάχιστοι. Υπάρχουν όμως συσπειρώσεις γύρω από τα λογοτεχνικά σωματεία – και υπάρχουν τέσσερα πέντε στην Αθήνα και άλλα δύο στη Θεσσαλονίκη. Μου μυρίζουν ναφθαλίνη. Εσάς; Όχι πάντα. Ξέρετε, αυτά τα σωματεία δεν έχουν στόχο τόσο τους συνδικαλιστικούς αγώνες όσο την πνευματική, πολιτιστική δράση. Προωθούν νέα πρόσωπα που ούτε το κράτος ούτε οι δημοσιογράφοι έχουν ανακαλύψει και φυσικά τους βοηθούν να αρθρώσουν τον ποιοτικό τους λόγο. Βέβαια, χωρίς τα σωματεία, σας διαβεβαιώνω, δεν θα υπήρχαν σήμερα ούτε συντάξεις λογοτεχνών ούτε αγορές βιβλίων. Πώς ορίζετε τη νεότητα; Σαν τόλμη μέσα σε μια συγκρατημένη ατολμία. Να είμαστε τολμηροί μέσα στις προφυλάξεις μας. Η κυριότερη τόλμη των νέων ίσως και να ‘ναι ο έρωτας. Μην το λέτε αυτό. Πολλές φορές ο έρωτας, όσο περνούν τα χρόνια, γίνεται βιαιότερος. Ξέρετε, άλλωστε, υπάρχουν άνθρωποι που δεν ερωτεύθηκαν ποτέ. Και άλλοι που ερωτεύονται συχνά. Μπορεί ο έρωτας να σημαίνει το ίδιο πράγμα για όλους; Όχι, αλλά υπάρχουν και διαφορετικές διαβαθμίσεις: από το πάθος που οδηγεί στον παραλογισμό ως τον απόλυτα φιλήσυχο έρωτα – είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας. Γι’ αυτό ας μη μιλάμε ψυχρά – σαν να ‘μαστε Καρτέσιοι. Άλλωστε στην Ελλάδα ο έρωτας πάντα έπαιζε ισχυρότερο ρόλο από την πολιτική. Επιμένω ότι ο έρωτας είναι η τολμηρότερη πράξη μας. Ναι, ίσως, αν σκεφτούμε τις πράξεις της αυτοκαταστροφής από έρωτα και τους ανθρώπους που χάθηκαν γιατί δεν μπόρεσαν να υποτάξουν τα συναισθήματα τους. Κι όμως κανείς δεν μετάνιωσε. Μην το λέτε. Πολλοί μετάνιωσαν αρκετό χρόνο μετά. Άλλωστε, εσείς πού το ξέρετε; Είστε πολύ νέος για να κρίνετε αν οι αποφάσεις του έρωτα είναι πάντα δικαιωμένες. Εσείς μετανιώσατε για τους έρωτες που τραβήξατε ως τα όρια τους; Δεν έχω μετανιώσει, γιατί έχω κι ένα αντίκρισμα ποιητικό για το οποίο δεν είμαι δυσαρεστημένος. Εκεί δικαιώνεται ο έρωτας λοιπόν; Δεν ξέρω αν ο έρωτας αυτός καθεαυτός φτάνει για να δικαιώσει τον άνθρωπο σαν ύπαρξη πάνω στο σύμπαν. Δεν το νομίζω. Εγώ το πιστεύω ακράδαντα. Γιατί είστε νέος. Πάρα πολύ άνθρωποι έχουν πικρά μετανιώσει για τις καταστάσεις που τους οδήγησε ο έρωτας. Μου φαίνεστε λίγο συντηρητικός. Με έχουν κατηγορήσει για συντηρητισμό – η συνέντευξη που έδωσα στο «Διαβάζω» θεωρήθηκε το άκρον άωτον του συντηρητισμού. Εγώ όμως την έδωσα για να μείνει. Δεν θα μείνει όμως, κύριε Ασλάνογλου. Μένουν μόνο οι στιγμές του παραδομού μας. Για ποιο λόγο νομίζετε ότι θα μείνει η ποίηση σας; Για ποιο; Γιατί δείχνει το πληγωμένο, το σπαρασσόμενο εσωτερικό της τοπίο. Ξέρετε, δεν είναι θέμα απόκρυψης – είμαι πολύ ειλικρινής. Όμως δεν ξέρω αν το έχετε διαπιστώσει, η ποίηση μου είναι βασικά ηθικολογική. Αποδέχομαι μια τάξη ιδεών που μου θέτει κάποια όρια. Κατ’ αρχήν δεν μ’ αρέσει η αθυροστομία. Η ηθικολογία κρύβει συχνά ενοχές. Όχι. Το ότι θέλω να ταράξω την ισορροπία του κόσμου δεν σημαίνει ότι είμαι αναγκαστικά ένοχος για κάτι. Έχει να κάνει αυτό με το είδος ή την ποιότητα των ερωτικών σας εμπειριών; Η ποίηση μου έχει καταγράψει αυτά τα οποία δεν θα μπορούσα βασικά να κάνω. Είναι στην ουσία ένας παραπληρωματικός λόγος. Και δεν έχει περιγραφικό χαρακτήρα. Θα μπορούσε να εξορκίζει τις επιθυμίες. Ναι, έστω. Αλλά νομίζω ότι υπηρετώ τον απόηχο του γεγονότος. Στην προσωπική μου ζωή δεν αποκρύπτω ποτέ τίποτε, αλλά στην ποίηση φιλτράρω διαισθητικά το κάθε γεγονός – ο κάθε στίχος κρύβει πολύ μόχθο. Η ποιητική υπέρβαση του γεγονότος γίνεται ηθικολογικά για να αθωωθεί στη συνείδηση σας; Υπάρχει μια εξιδανίκευση και ένας λυρισμός που ξεκινά από μια ρομαντική διάθεση. Δεν θέλω να δώσω τη δική μου αντιδικία με το περιβάλλον αλλά να αποκρυσταλλώσω το βίωμα δείχνοντας την ηθική τάξη του κόσμου δεν είμαι οργισμένος ή βίαιος, αλλά μειλίχιος εσωτερικώς. Φοβισμένος. Δεν φοβάται πια κανείς να πει τα πράγματα με το όνομα τους – αυτό όλοι μπορούν να το κάνουν σήμερα ανώδυνα. Και τι διακινδυνεύετε γράφοντας ποίηση; Να μη πω αυτό που θέλω: να μη μπορέσω να εξορκίσω τις έμμονες ιδέες μου. Ή να έλθετε αντιμέτωπος με ένα πρόσωπο αμακιγιάριστο. Δεν μακιγιάρω τον εαυτό μου ούτε χρησιμοποιώ προσωπεία. Όμως αυτός είναι ο ψυχισμός μου κι αυτό φαίνεται απ’ το ότι ορισμένες λέξεις επαναλαμβάνονται με μεγάλη συχνότητα σε όλες μου τις συλλογές. Εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει είναι νομίζω το ερωτικό σας τοπίο. Το δέχομαι. Όμως δεν είμαι αποκλειστικά ερωτικός ποιητής. Μια κριτικός μου, γράφοντας για το «Αργό πετρέλαιο», ανέφερε ότι δεν μίλησα καθόλου για έρωτα – είπε πως υπάρχει στη συλλογή αυτή η αποξήρανση του αισθήματος. Εννοείτε την Άντεια Φραντζή που έγραψε ότι το έργο σας είναι «προανάκριση για έναν σκοτωμένο κόσμο»; Ναι. Ωραιότερος χαρακτηρισμός δεν έγινε ποτέ για το έργο μου. Προανάκριση σημαίνει και εισαγγελέας. Σημαίνει και κρίση από τα πριν-κρίση, με την κριτική αλλά και την ψυχοπαθολογική έννοια. Μην το παίρνετε δικαστικά. Έχετε δίκιο. Μιλήστε μου λοιπόν για τους κριτικούς. Με τους κριτικούς δεν τα πήγα ποτέ καλά. Με ενοχλεί που μου καταλογίζουν επιδράσεις από Σεφέρη, Ελύτη, Θέμελη, Αναγνωστάκη ή Σικελιανό που δεν έχουν καμία σχέση μαζί μου – άλλο βέβαια αν υπάρχουν απόηχοι. Αλλά αν είναι έτσι γιατί να μην πούμε για τις «επιδράσεις» από τον Άγρα, την Πολυδούρη, τον Γρυπάρη, τον Καρυωτάκη… Γι’αυτό σας λέω. Στην κριτική υπάρχει μεγάλος ερασιτεχνισμός ή πολλή αποτυχημένη ποίηση – ποιητές δηλαδή με χαμηλές επιδόσεις. Ή υπάρχει ιδεολογική ατοπία… ΔΕΛΦΙΝΙΑ Τα φώτα της Kαστέλλας τρέμουν μέσα στα δάκρυά σου, Πρίγκηπα οι λόφοι πεθαίνουν πριν από μας, και τα έλη δε θα στεγνώσουν με σένα όλα είναι μοντέρνα και όψιμα προς τη Γλυφάδα, όλα κατάφωτα στην ψίχα της νύχτας, σχεδόν ανέλπιδα μπορείς να πεις Kι όμως τα δάκρυα τρέχουνε τώρα ασυγκράτητα η σκληράδα στο μοντέρνο γυαλί γίνεται όαση από ατμό και νεύρα από ανταύγειες μιας διάρκειας που υπάρχει μόνο για σε ανάμεσα σε μιαν αγάπη και σ’ ένα παγωμένο γιαπί Θλιμμένος γυρίζω καθώς σουρουπώνει στο Mόλυβο και στις ακρογιαλιές όπου έσυρες τα μαλλιά σου στις θερμασμένες πισίνες και στα παλιά αρχοντικά και στα τερατουργήματα κάποιας απλοϊκής καρδιάς καθώς βλασταίνει στο πιο αθώο, στο πιο φιλντισένιο φιλί γιατί η ανεύθυνη λέξη σου ούτε καν γράφτηκε μα θα γραφτεί Άρχοντα. Πέφτει η νύχτα στη θάλασσα κι όλα είναι λίγα. H ελπίδα μου είσαι, ένα θρύψαλο λύπης για μένα (από τις Ωδές στον Πρίγκηπα, Ύψιλον 1991) Απόσπασμα συνέντευξης που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τέταρτο» τον Αύγουστο του 1985. Ο Νίκος Ασλάνογλου (το ψευδώνυμο Αλέξης διάλεξε στα εφηβικά του χρόνια από τον ομώνυμο ήρωα του Ντοστογιέφσκι στο έργο του Ταπεινοί και καταφρονεμένοι) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Τέλειωσε το πειραματικό σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1949), όπου στη συνέχεια σπούδασε γαλλική φιλολογία. Γύρω στο 1950 (μετά το θάνατο του πατέρα του) ανέλαβε συνδιευθυντής (μαζί με το γαμπρό του Βασίλη Φράγκο) στην εριουργία Μάκερ, που χρεοκόπησε λίγο αργότερα. Στη συνέχεια έφυγε στη Γαλλία και την Αίγυπτο και συνέχισε τις σπουδές του στα Πανεπιστήμια Καΐρου και Αιξ – αν Προβάνς. Εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ως καθηγητής σε φροντιστήριο ξένων γλωσσών, ως επιστημονικός συνεργάτης στην Αρχιτεκτονική Σχολή Θεσσαλονίκης και μετά το 1980, οπότε εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ως επιμελητής και λογοτεχνικός σύμβουλος στον εκδοτικό οίκο Ευσταθιάδη. Το 1951 ίδρυσε από κοινού με τον Κ.Κατσανό το περιοδικό Σκέψη, που κυκλοφόρησε ένα μόνο τεύχος, στο οποίο ο Ασλάνογλου δημοσίευσε το πρώτο του δοκίμιο, με τίτλο Θάνατος και γέννηση στην ποίηση του Γιώργου Θέμελη. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1952 με την πολυγραφημένη έκδοση του έμμετρου θεατρικού μονοπράκτου έργου Θάλασσα και συγχρονισμός, απόσπασμα του οποίου δημοσίευσε το 1953 στις σελίδες του φοιτητικού περιοδικού Πυρσός. Στο ίδιο περιοδικό υπήρξε επίσης μέλος της συντακτικής επιτροπής (1953-1955) και δημοσίευσε οχτώ ακόμη ποιήματα. Βασικό στέλεχος του περιοδικού του Ντίνου Χριστιανόπουλου Διαγώνιος (1958-1962), συνεργάστηκε επίσης με τα περιοδικά Διάλογος, Καινούρια Εποχή, Ευθύνη, Ausblicke και τις εφημερίδες Δράσις και Ναυτεμπορική. Πέθανε στην Αθήνα. Η ποίηση του Ασλάνογλου δέχτηκε επιδράσεις από τα καλλιτεχνικά ρεύματα του νεοσυμβολισμού και του υπαρξισμού, ενώ καθοριστικό ρόλο στη γραφή του έχουν η ανάμνηση εμπειριών και βιωμάτων, η θεματική της μετεμφυλιακής ελληνικής πραγματικότητας και επιρροές από την ποίηση του Σεφέρη, του Καρυωτάκη, του Άγρα. Από τη μεταφραστική λογοτεχνική του δραστηριότητα σημειώνουμε τις Εκλάμψεις του Ρεμπώ. Πηγή: www.lifo.gr

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s